Ελλάδα

Ο όρος «Ελληνική Δημοκρατία» ανακατευθύνει εδώ. Για άλλες χρήσεις, δείτε: Ελληνική Δημοκρατία (αποσαφήνιση).

Συντεταγμένες: 38°18′04″N 23°44′28″E / 38.3011°N 23.7411°E / 38.3011; 23.7411

Ελληνική Δημοκρατία

Σημαία

Εθνόσημο
Η θέση της Ελλάδας (σκούρο πράσινο)
-στην Ευρωπαϊκή ήπειρο (πράσινο και σκούρο γκρι)
-στην Ευρωπαϊκή Ένωση (πράσινο)
και μεγαλύτερη πόλη Αθήνα
37°59′2″N 23°43′41″E / 37.98389°N 23.72806°E / 37.98389; 23.72806 (Αθήνα)
Ελληνικά
Θρησκεία
Ορθόδοξος Χριστιανισμός (επικρατούσα)
Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Κατερίνα Σακελλαροπούλου
Κυριάκος Μητσοτάκης
Κωνσταντίνος Τασούλας
Νομοθετικό σώμα
Βουλή των Ελλήνων
Ανεξαρτησία

Κηρύχθηκε
Αναγνωρίστηκε
Ισχύον Σύνταγμα (τελευταία αναθεώρηση: 2019)
από την Οθωμανική Αυτοκρατορία
15 Ιανουαρίου 1822[1]
3 Φεβρουαρίου 1830
11 Ιουνίου 1975
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

132.049[2] km2 (97η)
0,8669%
1.228 km
14.800 km
Πληθυσμός
 • Απογραφή 2011 
 • Πυκνότητα 

10.816.286[3] (85η) 
81,97 κατ./km2 (129η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2019)
 • Κατά κεφαλή 

326,700 δισ. $[4] (51η)  
31.736 € (47η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2019)
 • Κατά κεφαλή 

Αύξηση 224.456 δις €[5] (52η)  
20.930 $ (38η) 
ΔΑΑ (2019) Αύξηση 0,888[6] (32η) – πολύ υψηλός
Νόμισμα Ευρώ[σ 1] (EUR)
 • Θερινή ώρα EET (UTC +2)
(UTC +3)
ISO 3166-1 GR
Internet TLD .gr
.ελ
.eu και .ευ (ως μέλος της ΕΕ)
Οδηγούν στα Δεξιά
Κωδικός κλήσης ++30
  1. Από 1 Ιανουαρίου 2002. Μέχρι τότε ήταν η δραχμή.

Η Ελλάδα (στην καθαρεύουσα Ελλάς), με επίσημη συνταγματική ονομασία Ελληνική Δημοκρατία, είναι χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου. Συνορεύει στα βορειοδυτικά με την Αλβανία, στα βόρεια με τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία και στα βορειοανατολικά με την Τουρκία. Έχει ακτές στην Ανατολική Μεσόγειο και βρέχεται ανατολικά από το Αιγαίο, δυτικά από το Ιόνιο και νότια από το Λιβυκό. Η Ελλάδα κατέχει την 11η θέση στις χώρες με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στα 13.676 χιλιόμετρα, καθώς έχει πλήθος νησιών που υπολογίζεται, αναλόγως τα κριτήρια, στα 2.500 με τα 165 έως 227 να είναι κατοικήσιμα. Βρίσκεται στην 97η θέση στην κατάταξη των χωρών του κόσμου σύμφωνα με την έκτασή τους. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, ο πληθυσμός της χώρας την 1η Ιανουαρίου 2020 εκτιμάται ότι είναι 10.691.204. Η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της, είναι η Αθήνα.

Η Ελλάδα έχει πλούσια ιστορική κληρονομιά, κάτι που αντανακλάται στα 18 Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO που βρίσκονται στην επικράτειά της. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της έχει αλληλεπιδράσει πολιτισμικά κυρίως με λαούς της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης. Οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για τον παγκόσμιο πολιτισμό αφού στην αρχαία Ελλάδα γεννήθηκε η δημοκρατία και η φιλοσοφία, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το δράμα, η τραγωδία και η κωμωδία. Από τον 8ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες οργανώθηκαν σε ανεξάρτητες πόλεις-κράτη, γνωστές ως πόλεις, οι οποίες κάλυπταν όλη την περιοχή της Μεσογείου και τον Εύξεινο Πόντο. Ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας ένωσε το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας τον 4ο αιώνα π.Χ., με τον γιο του Αλέξανδρο Γ' να κατακτά γρήγορα ένα μεγάλο μέρος του αρχαίου κόσμου, εξαπλώνοντας τον ελληνικό πολιτισμό και επιστήμη από την ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Ινδία. Η Ελλάδα προσαρτήθηκε από τη Ρώμη τον 2ο αιώνα π.Χ., καθιστώντας την αναπόσπαστο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του διαδόχου της, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός. Ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της ξεκίνησε ήδη τον 1ο και ολοκληρώθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία βοήθησε στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας και μετέδωσε τις ελληνικές παραδόσεις στον ευρύτερο Ορθόδοξο Κόσμο. Μετά το 1204 δημιουργήθηκαν λατινικές κτήσεις σε νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Στα μέσα του 15ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέκτησαν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή, που παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για περίπου τέσσερις αιώνες.

Μετά την εμφάνιση του ελληνικού εθνικού κινήματος, το 1821 ξέσπασε επανάσταση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, το οποίο αναγνωρίστηκε το 1830. Τον επόμενο αιώνα το Βασίλειο της Ελλάδας επεκτάθηκε εδαφικά, κυρίως με τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως την αποτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας το 1922. Τις επόμενες δεκαετίες η Ελλάδα διήγαγε ταραγμένο πολιτικό βίο και ακολούθησε μία μακρά περίοδος αυταρχικής διακυβέρνησης,[7] κατά την οποία επιβλήθηκε βασιλική δικτατορία, η χώρα βρέθηκε υπό στρατιωτική κατοχή κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώρισε εμφύλιο πόλεμο και μια επταετή στρατιωτική δικτατορία. Από το 1974 έως σήμερα πολίτευμα του κράτους είναι η προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) το 1981 και της Ευρωζώνης το 2001. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 και ιδρυτικό μέλος του ΟΗΕ από το 1945, του ΟΟΣΑ, του ΠΟΕ, του ΟΑΣΕ και του Διεθνούς Οργανισμού Γαλλοφωνίας. Η μοναδική πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, η μεγάλη τουριστική βιομηχανία, ο εξέχων τομέας της ναυτιλίας και η γεωστρατηγική σημασία της την ταξινομούν ως μέση δύναμη. Είναι η μεγαλύτερη οικονομία στα Βαλκάνια και σημαντικός επενδυτής στη περιοχή. Θεωρείται ανεπτυγμένη χώρα με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και πολύ υψηλό δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης. Κατατάχθηκε ως η 29η καλύτερη χώρα σε επίπεδο ποιότητας ζωής στον κόσμο για το 2015.[8]

Κύριο λήμμα: Ελληνική ιστορία

Προϊστορία

Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από τις Μυκήνες.

Η παλαιότερη μαρτυρία ανθρώπινης παρουσίας στην Ελλάδα, ένα κρανίο από το σπήλαιο Πετραλώνων, χρονολογείται πριν από 300-400 χιλιάδες χρόνια.[9] Με το πέρας της παλαιολιθικής περιόδου, η κατοίκηση σπηλαίων εγκαταλείφθηκε και από το 7.000 π.Χ. δημιουργήθηκαν οικισμοί, που εντοπίζονται κυρίως στην Κρήτη και τη βόρεια Ελλάδα, όπως στο Σέσκλο Μαγνησίας και στο Διμήνι, όπου καλλιεργούνταν σιτηρά και εκτρέφονταν εξημερωμένα ζώα. Η διάδοση του νεολιθικού τρόπου ζωής συνδέεται με την έλευση, πιθανώς από τη Μικρά Ασία, των ομιλητών της πρωτοελληνικής γλώσσας.[10]

Από περίπου το 3.000 π.Χ. στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους παρατηρείται, αρχικά στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων.

Ένας από τους παλαιότερους πολιτισμούς της Ευρώπης αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες κατά την 3η και 2η χιλιετία π.Χ., δηλαδή στην Εποχή του Χαλκού. Σε αυτό συνέβαλε το ήπιο κλίμα τους και κυρίως η ιδιαίτερα προνομιακή γεωγραφική τους θέση. Ουσιαστικά, τα νησιά των Κυκλάδων αποτελούν ένα είδος φυσικής γέφυρας ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία, την Ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη. Η αύξηση της συνθετότητας της κοινωνικής οργάνωσης, γνωρίσματα της οποίας ήταν χρήση χάλκινων εργαλείων, η πολυκαλλιέργεια και η ανάπτυξη του εμπορίου προϊόντων κατεργασίας πρώτων υλών, όπως μαρμάρινων γλυπτών. Τα πλοία των Κυκλαδιτών διέπλεαν το Αιγαίο, φέρνοντας τα νησιά σε επικοινωνία μεταξύ τους, και την ανατολική Μεσόγειο, προσφέροντάς τους υλική ευημερία.[11] Στην 3η χιλιετία π.Χ., τα πλοία των κυκλαδίτικων νησιών κυριαρχούν στο Αιγαίο και μαζί με τα προϊόντα της Εγγύς Ανατολής μεταφέρουν στην Ευρώπη ιδέες, τεχνικές γνώσεις και θρησκευτικές αντιλήψεις.

Σε όλα σχεδόν τα νησιά των Κυκλάδων η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως οικισμούς, όχι εκτεταμένους, της 3ης χιλιετίας π.Χ. Κάθε οικισμός φαίνεται ότι αναπτυσσόταν αυτόνομα και δεν υπήρχε κανένα είδος κεντρικής εξουσίας. Αρχικά οι οικισμοί σχηματίζονται κοντά στη θάλασσα ή στα πρανή χαμηλών λόφων. Περίπου το 2300 π.Χ. ορισμένοι οικισμοί οχυρώνονται (Αγία Ειρήνη στην Κέα), άλλοι καταστρέφονται και ξαναχτίζονται οχυρωμένοι (Φυλακωπή στη Μήλο), ενώ άλλοι χτίζονται σε υψηλούς λόφους μακριά από τη θάλασσα (Καστρί Σύρου). Αυτό φανερώνει κάποια αναστάτωση της ζωής από την παρουσία νέων πληθυσμών, που προέρχονται πιθανόν από τη Μικρά Ασία. Γρήγορα όμως τα νησιά ξαναβρίσκουν το ρυθμό της ζωής τους.

Το παράδειγμα των Κυκλάδων ακολούθησαν οι κάτοικοι της Κρήτης οι οποίοι ανέπτυξαν έναν πολιτισμό ακόμα μεγαλύτερης συνθετότητας. Μετά τη δημιουργία πόλεων, την εφαρμογή κατανομής της εργασίας και την ένταση της διά θαλάσσης επικοινωνίας, στις αρχές της 2ης χιλιετίας ιδρύθηκαν στο νησί μεγάλα ανάκτορα, όπως στην Κνωσό, και αλλού, τη Φαιστό, τα Μάλια και τη Ζάκρο[εκκρεμεί παραπομπή], που αποτέλεσαν πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα, ενώ ξεκίνησε η χρήση μίας γραμμικής γραφής, της γραμμικής Α.[12] Ο πολιτισμός αυτός ήρθε στο φως στις αρχές του 20ού αιώνα με τις ανασκαφές του Βρετανού αρχαιολόγου Άρθουρ Έβανς στην Κνωσό και έγινε γνωστός με το όνομα «μινωικός πολιτισμός» από το μυθικό βασιλιά της Κνωσού Μίνωα. Οι Μινωίτες κυριάρχησαν στη θάλασσα και άσκησαν έντονη επίδραση στον υλικό πολιτισμό των νησιών του Αιγαίου και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης περί το 1600 π.Χ. έπληξε την Κρήτη και κατέστρεψε τα ανακτορικά κέντρα.[13]

Οι νέες εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκαν στην Κρήτη μαρτυρούν μια πολιτισμική αλλαγή, που πιστώνεται σε ανθρώπους από την ηπειρωτική Ελλάδα που εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία της μινωικής Κρήτης και έγιναν κυρίαρχοι του αιγαιακού χώρου.[14] Κατά την Εποχή του Ορείχαλκου στην ηπειρωτική Ελλάδα αναπτύχθηκε ένας πολιτισμός με χαρακτήρα πολεμικό που, λόγω του έντονου αναγλύφου οργανώθηκε σε χωριστά βασίλεια με έδρα τειχισμένες ακροπόλεις. Τα μέγαρα των ακροπόλεων ήταν πολιτικά και οικονομικά κέντρα, οι λειτουργίες των οποίων αρχειοθετούνταν καταγραφόμενες σε πινακίδες μία γραφής γνωστής ως γραμμικής Β´, που έχει αποκρυπτογραφηθεί ως μία μορφή της ελληνικής. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε μυκηναϊκός, γιατί ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του ήταν η «πολύχρυσος Μυκήνη», όπως αναφέρεται στα ομηρικά έπη[εκκρεμεί παραπομπή], που ανασκάφηκε από τον Ερρίκο Σλήμαν. Οι Μυκηναίοι συμμετείχαν σε ένα δίκτυο εμπορικών επαφών με τα παράλια του Αιγαίου και της Μεσογείου, όπου ίδρυσαν εμπορικές εγκαταστάσεις, και ανέπτυξαν πολεμική δράση στη δυτική Μικρά Ασία, περιοχή που ελεγχόταν από τους Χετταίους.[15] Για λόγους που δεν έχουν προσδιοριστεί με βεβαιότητα τα μυκηναϊκά κέντρα κατέρρευσαν περί το 1200 π.Χ., εποχή που είχε συνδεθεί με τους λεγόμενους «λαούς της θάλασσας».[16]

Αρχαία Ελλάδα

Κύριο λήμμα: Αρχαία Ελλάδα
Θραύσμα αθηναϊκού ψηφίσματος για την κατασκευή του ναού της Αθηνάς Νίκης ( IG I 3 35). [17]
Ο Αλέξανδρος στη μάχη της Ισσού. Λεπτομέρεια ψηφιδωτού (Πομπηία, 1ος αιώνας π.Χ.).

Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων το 12ο αιώνα και την κάθοδο των Δωριέων, τα ελληνικά φύλα εισήλθαν στη φάση των «σκοτεινών αιώνων» για την οποία λίγες γνώσεις διαθέτουμε. Η περίοδος αυτή είναι γνωστή ως γεωμετρική, από τα γεωμετρικά σχήματα που χρησιμοποιούνταν για τη γραπτή διακόσμηση των αγγείων. Η πληθυσμιακή πίεση οδήγησε τα ελληνικά φύλα της ηπειρωτικής Ελλάδας (Αιολείς, Ίωνες, Δωριείς) σε μετανάστευση στα νησιά και την αντίπερα ακτή του Αιγαίου. Την επόμενη περίοδο, οι εντεινόμενες επαφές των ελληνικών φύλων με την Ανατολή συνέβαλαν στη δημιουργία αλφαβήτου και την ανάπτυξη της ναοδομίας και της γλυπτικής. Με μονάδα οργάνωσης την πόλιν, οργανώθηκε η ίδρυση αποικιών στις ακτές της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου από περίπου το 750 έως το 550, ως απάντηση σε μία οικονομική και κοινωνική κρίση. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από έντονες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό των πόλεων, που στην Αθήνα κατέληξαν στην εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Στις αρχές του 5ου αιώνα, ένας συνασπισμός ελληνικών πόλεων απέκρουσε την επίθεση της Περσικής αυτοκρατορίας. Μετά τη λήξη των πολέμων, την ηγεμονία της συμμαχίας ανέλαβε η Αθήνα, που αναδείχθηκε σε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του ελληνικού κόσμου, η πολιτισμική δημιουργία του οποίου την περίοδο που ονομάστηκε «κλασική», έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Η Αθήνα οδηγήθηκε σε σύγκρουση με την άλλη μεγάλη ελληνική δύναμη, τη Σπάρτη. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που δίχασε τον ελληνικό κόσμο, διήρκεσε τριάντα χρόνια και έληξε το 404 π.Χ. με ήττα της Αθήνας και των συμμάχων της.[εκκρεμεί παραπομπή] Εξασθενημένες από τους συνεχείς μεταξύ τους πολέμους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., οι ελληνικές πόλεις υποτάχθηκαν στην ανερχόμενη ισχύ του μακεδονικού βασιλείου υπό το Φίλιππο.[18]

Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου το 336, ο γιος του και βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος τέθηκε επικεφαλής πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, την οποία κυρίευσε, παρελαύνοντας, ως τον αιφνίδιο θάνατό του το 323 π.Χ., μέχρι τον Ινδό ποταμό.[19] Στα εδάφη που είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος οι στρατηγοί του που τον διαδέχτηκαν και οι απόγονοί τους ίδρυσαν, μετά από συγκρούσεις μεταξύ τους, μεγάλης έκτασης προσωποπαγή βασίλεια, όπως οι Πτολεμαίοι στην Αίγυπτο και οι Σελευκίδες στη Συρία, τη Μεσοποταμία και το Ιράν.[20] Τους αιώνες που ακολούθησαν, ως αποτέλεσμα της εγκατάστασης σε νέες πόλεις στα εδάφη αυτά Ελλήνων ως μελών μιας κυρίαρχης μειονότητας, διαδόθηκε μία δημώδης μορφή της ελληνικής, γνωστής ως κοινή, και ο ελληνικός πολιτισμός, ενώ οι Έλληνες υιοθέτησαν ανατολικές θεότητες και μορφές λατρείας.[21] Επιθυμώντας να διατηρήσουν την ελευθερία και την αυτονομία τους από τους Αντιγονίδες βασιλείς των Μακεδόνων, που προσπαθούσαν να τις θέσουν υπό τον έλεγχό τους, πολλές από τις πόλεις της Ελλάδας συνενώθηκαν σε κοινά, ενώ, μετά την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων με την Ανατολή, στο εσωτερικό των πόλεων κυριάρχησε ένα στρώμα πλούσιων ευεργετών.[22] Στους νεώτερους χρόνους, ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων άσκησε σημαντική επίδραση στη γλώσσα, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τις τέχνες, ιδίως κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Δυτική Ευρώπη και κατά τις κλασικιστικές περιόδους το 18ο και 19ο αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, και η ρωμαϊκή εκδοχή του αποτελεί το θεμέλιο λίθο του νεώτερου δυτικού πολιτισμού.[23]

Η Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.. Παρόλο που η Ελλάδα υπήρξε μια από τις φτωχότερες ρωμαϊκές επαρχίες, με τη βιοτεχνία και το εμπόριο σε στασιμότητα και με μοναδικά εξαγώγιμα προϊόντα το λάδι και το κρασί, οι Ρωμαίοι κατακτητές αναγνώρισαν και θαύμασαν τον πλούτο του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίο μελέτησαν σε έκταση και έγιναν συνειδητά συνεχιστές του. Επίσης, διέσωσαν ένα μεγάλο μέρος της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Σύμφωνα με τον Οράτιο, ο ελληνικός πολιτισμός κατέκτησε το Ρωμαϊκό τρόπο ζωής.[24] Μετά την κατάκτησή των ελληνιστικών βασιλείων από τη Ρώμη (που ολοκληρώθηκε το 30 π.Χ. μετά τη ναυμαχία του Ακτίου και την κατάληψη της Αιγύπτου), ο ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε και σε πολλές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την πρώτη δεκαετία του 4ου μ.Χ. αιώνα το κέντρο βάρους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όταν ο Γαλέριος αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί, όπου και χρησιμοποίησε την πόλη ως πρωτεύουσα. Αν και η Ελλάδα ήταν μόνο ένα μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο ελληνικός πολιτισμός θα συνέχιζε να δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο και, όταν τελικά η Αυτοκρατορία χωρίστηκε στα δύο, η ανατολική που αργότερα ονομάστηκε Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θα είχε, κυρίως λόγω γλώσσας, έντονο τον ελληνικό χαρακτήρα.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Το Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή αλλιώς Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, συνέχισε την πορεία του για έντεκα αιώνες μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους. Οικοδομημένο πάνω στα θεμέλια του πανίσχυρου και οργανωμένου Ρωμαϊκού Κράτους, κατέληξε σε μια δομή καθαρά ελληνική, διαγράφοντας μια περίπλοκη πορεία. Το Βυζάντιο ιδρύθηκε το 659 π.Χ. από Μεγαρίτες με αρχηγό τον Βύζα. Η πρωτεύουσά τους ήταν η Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, και οι ίδιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους.

Το 324 όταν ο Μέγας Κωνσταντίνoς γίνεται μονοκράτορας αποφάσισε την δημιουργία μιας νέας πρωτεύουσας. Η περιοχή που επέλεξε ήταν το Βυζάντιο, λόγω της θέσης της, και στα στρατηγικά, γεωπολιτικά και γεωγραφικά πλεονεκτήματά της. Αυτό κατέστησε τη Θράκη προνομιούχο περιοχή, καθώς γειτνίαζε με την έδρα της Αυτοκρατορίας. Το 14ο αιώνα μάλιστα το Διδυμότειχο κατέστη 3 φορές πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[25] Η ακτινοβολία της Κωνσταντινούπολης ευνόησε την ανάπτυξη σε όλο το σημερινό Βορειοελλαδικό χώρο και η Θεσσαλονίκη απέκτησε τον τίτλο «συμβασιλεύουσα».

Η περιοχή της Ελλάδας στα πρώτα χρόνια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν προπύργιο του δωδεκαθεϊσμού, όμως υφίστατο πολλές θρησκευτικές επιθέσεις. Ο Ιουλιανός προσπάθησε ν΄ αναζωογονήσει την παλιά θρησκεία, ανεπιτυχώς. Ο Θεοδόσιος ο Μέγας κλείνει το Μαντείο, διατάζει να καταστραφούν και να σφραγισθούν ειδωλολατρικοί ναοί και καταργεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Ιουστινιανός Α´ κλείνει την Ακαδημία Πλάτωνος και καταστρέφει ή ακρωτηριάζει πολλά αρχαία μνημεία για να πάρει υλικό έτοιμο για να χτίσει την Αγιά Σοφιά και να διακοσμήσει την Νέα Ρώμη. Σύμφωνα με τον Άγγελο Βλάχο, η στιγμή είναι ιστορική. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» αντιστρέφεται. «Πας Έλλην απεχθής ειδωλολάτρης».[26] Το κύριο όνομα Έλλην γίνεται επίθετο κακόηχο και η νέα αυτή έννοια της λέξης θα εξαφανισθεί εντελώς μόνο μετά τον 8ο αι. μ.Χ., όταν εκχριστιανιστούν και οι τελευταίοι ειδωλολάτρες της περιοχής της Μάνης.[26]

Ξένη κυριαρχία: λατινική και οθωμανική

Από την αρχή της αυτοκρατορίας τέθηκε ο στόχος η Βυζαντινή Αυτοκρατορία να ανακαταλάβει όλα τα χαμένα εδάφη της: την έρημο της Αφρικής, τον Ατλαντικό Ωκεανό, τη Βόρεια Θάλασσα, τη Μεσοποταμία, την Αραβία, την Αίγυπτο και την έρημο της Κυρηναϊκής. Στην πραγματικότητα όμως, με την πάροδο των ετών η Αυτοκρατορία συρρικνωνόταν συνεχώς. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 μεγάλο μέρος της σημερινής ελληνικής επικράτειας δόθηκε στους Βενετούς, τους Γενουάτες και άλλους δυτικούς Λατίνους ηγεμόνες. Τις τελευταίες δεκαετίες του 14ου και το πρώτο μισό του 15ου αιώνα μεγάλα τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς. Το Διδυμότειχο αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί Ευρωπαϊκού εδάφους, στο τέλος του 14ου αιώνα.[εκκρεμεί παραπομπή] Τελικά η βυζαντινή επικράτεια περιορίστηκε σε μία περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη, που έπεσε στα χέρια των Οθωμανών το 1453.

Νεότερη και σύγχρονη ιστορία

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία της Εταιρείας στα Σάλωνα. Λουί Ντυπρέ, 1826.

Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα η διάδοση της παιδείας συνοδεύτηκε με τη διάδοση αρχικά μεταξύ Ελλήνων με φιλοδυτικό προσανατολισμό της ιδέας της ύπαρξης ενός ελληνικού έθνους που συνδεόταν με την αρχαία Ελλάδα και δικαιούταν χωριστή πολιτική ύπαρξη. Μία από τις οργανώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα ήταν η Φιλική Εταιρεία, μια μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις Έλληνες εμπόρους με σκοπό την προετοιμασία μιας ελληνικής επανάστασης.[27] Οι Φιλικοί είχαν αρχικά περιορισμένη επιτυχία, οικειοποιούμενοι, όμως, μια παράδοση ορθόδοξων προφητειών για την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχαν τη στήριξη της τσαρικής Ρωσίας, κατάφεραν εν μέσω μιας κρίσης της εμπορικής ναυτιλίας, από το 1815 και εξής, να προσεταιρισθούν τα παραδοσιακά ελληνορθόδοξα στρώματα.[28]

Τον Φεβρουάριο του 1821 ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, εισέβαλε στη Μολδοβλαχία, ενώ τον επόμενο μήνα οι Φιλικοί δημιούργησαν επαναστατικές εστίες από τη Μακεδονία ως την Κρήτη. Οι επαναστάτες αφορίστηκαν από τη σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αλλά οι οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε σφαγές αμάχων και εκτελέσεις προυχόντων, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Η εκστρατεία του Υψηλάντη απέτυχε και σε σύντομο χρονικό διάστημα τα οθωμανικά στρατεύματα έσβησαν τις περισσότερες από τις επαναστατικές εστίες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όμως οι επαναστάτες κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου.

Τα επόμενα δύο χρόνια οι Έλληνες νίκησαν τις στρατιές που έστειλε εναντίον τους ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, οργανώθηκαν πολιτικά και συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση, η οποία επέβαλε την εξουσία της στους επαναστατημένους μετά από δύο εμφυλίους πολέμους. Οι οθωμανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επανάσταση, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου, το 1826, σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με δυσαρέσκεια το ξέσπασμα της επανάστασης. Η διπλωματική ανάμιξη της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας και η ένοπλη παρέμβασή τους με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, τη γαλλική εκστρατεία του Μοριά και το ρωσοτουρκικό πόλεμο συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων, αναγκάζοντας την Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της αρχικά από την Πελοπόννησο και έπειτα από τη Στερεά Ελλάδα.

Το 1827 επιλέχτηκε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, που ως τη δολοφονία του το 1831 ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση στο εσωτερικό και την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 έληξε το 1828, απελευθερώθηκαν μόνο η Πελοπόννησος (Μοριάς), η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες.

Η επέκταση της Ελλάδας (1832-1947).

Το 1830 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία του νέου ελληνικού κράτους, το 1832 ορίστηκε η ελληνο-οθωμανική μεθόριος στη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού, το 1833 εγκαθιδρύθηκε ως πολίτευμα η μοναρχία με βασιλιά το Βαυαρό Όθωνα και το 1834 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Ο Όθωνας επέβαλε ως πολίτευμα την απόλυτη μοναρχία, αλλά μία εξέγερση το 1843 πέτυχε να επιβάλει στον Όθωνα την τήρηση της υπόσχεσής του να παραχωρήσει σύνταγμα και από το 1844 η Ελλάδα έγινε Συνταγματική Μοναρχία, όπου τελούνταν εκλογές για την ανάδειξη κοινοβουλίου με καθολική ψηφοφορία των ενηλίκων ανδρών. Μέσα στο 19ο και τον πρώιμο 20ό αιώνα η Ελλάδα προσπάθησε να προσαρτήσει όλες τις ελληνικές χώρες που βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία, ιδίως όσες ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιδίωξη που έγινε γνωστή με την ονομασία «Μεγάλη Ιδέα». Το 1864 μετά την έξωση του Όθωνα και την ανάρρηση στο θρόνο του Γεωργίου του Α΄ του οίκου του Γλύξμπουργκ πολίτευμα της χώρας έγινε η βασιλευόμενη δημοκρατία. Το ίδιο έτος το Ηνωμένο Βασίλειο παραχώρησε στην Ελλάδα τα Επτάνησα, ενώ το 1881 παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας. Εθνικός στόχος ήταν η προσάρτηση και της Κρήτης, όπου λάμβαναν χώρα αντιοθωμανικές εξεγέρσεις, και της Μακεδονίας, την οποία διεκδικούσε επίσης η Βουλγαρία.

Το 1875 χάρη στη δράση του νεωτεριστική πολιτικού Χαρίλαου Τρικούπη καθιερώθηκε η τήρηση της αρχής της δεδηλωμένης, που επέτασσε το διορισμό από το βασιλιά κυβέρνησης που είχε την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ο Τρικούπης διορίστηκε πολλές φορές πρωθυπουργός και ασχολήθηκε με την ανάπτυξη των υποδομών της Ελλάδας, ιδίως του σιδηροδρομικού δικτύου, και έργα όπως η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου. Εξαιτίας του πλήθους των δανείων που είχε λάβει η ελληνική κυβέρνηση, το 1893 η Ελλάδα αναγκάστηκε να κηρύξει χρεωκοπία.

Το 1897 με αφορμή το Κρητικό Ζήτημα Έλληνες άτακτοι εισέβαλαν στη Μακεδονία, αλλά ο ελληνοτουρκικός πόλεμος που ακολούθησε σύντομα κατέληξε σε συντριπτική ήττα της Ελλάδας και στην επιβολή στη χώρα διεθνούς οικονομικού ελέγχου.[εκκρεμεί παραπομπή] Στον απόηχο της αποτυχημένης εξέγερσης του Ίλιντεν της αυτονομιστικής ΕΜΕΟ το 1903, η ελληνική κυβέρνηση, επιδιώκοντας να συντρίψει τις ομάδες των κομιτατζήδων και να αποσπάσει τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας από τη βουλγαρική επιρροή, οργάνωσε στην τουρκοκρατούμενη περιοχή αντάρτικες επιχειρήσεις υπό την ηγεσία Ελλήνων αξιωματικών, που έγιναν γνωστές με την ονομασία Μακεδονικός Αγώνας και διήρκεσαν ως την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908.[29]

Ιππήλατο ελληνικό πυροβολικό στη μάχη της Κρέσνας (1913).
Προσφυγόπαιδα, ελληνόπουλα και αρμενόπουλα, στην Αθήνα (1923).

Εν μέσω γενικής δυσαρέσκειας για το δυσεπίτευκτο των εθνικών επιδιώξεων και τη νομιζόμενη αδράνεια υπό την πρωθυπουργία του μεταρρυθμιστή Θεοτόκη, μια ομάδα αξιωματικών οργάνωσε τον Αύγουστο του 1909 ένα κίνημα και λίγο αργότερα κάλεσε στην Αθήνα τον Κρήτα πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο, που εισήγαγε ένα όραμα εθνικής «ανόρθωσης». Μετά από δύο εκλογικές νίκες και την ανάληψη της πρωθυπουργίας το 1910,[30] ο Βενιζέλος πραγματοποίησε δημοσιονομικές, κοινωνικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις και έκανε την Ελλάδα μέλος ενός βαλκανικού συνασπισμού. Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 προσαρτήθηκαν η Κρήτη, η Ήπειρος και η Μακεδονία. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήλθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο, επιμένοντας στην τήρηση πολιτικής ουδετερότητας και διόρισε κυβέρνηση που το 1916 παραχώρησε εδάφη της Ελλάδας στην ανατολική Μαεδονία στη Βουλγαρία, που τα κατείχε ως το 1918. Ο Βενιζέλος οργάνωσε το στρατιωτικό κίνημα Εθνικής Αμύνης, σχημάτισε κυβέρνηση με έδρα τη Θεσσαλονίκη και μετά την επέμβαση αγγλογαλλικών στρατευμάτων εναντίον της φιλοβασιλικής κυβέρνησης της Αθήνας τέθηκε επικεφαλής ενιαίας κυβέρνησης που έλαβε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αφού ο Κωνσταντίνος εξορίστηκε. Με τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, μετά τη λήξη του Α΄ ΠΠ, η Μεγάλη Ιδέα φάνηκε να πραγματώνεται, καθώς παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα η Θράκη και η περιοχή της Σμύρνης, όπου είχε σταλεί από το 1919 ελληνικός στρατός. Μετά από την εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επιστροφή του Κωνσταντίνου, η εμμονή στον αλυτρωτισμό, τα ελληνικά στρατηγικά σφάλματα, η μεταβολή των δυτικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο και η ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού οδήγησαν στην ήττα του ελληνικού στρατού το 1922[εκκρεμεί παραπομπή] και την έλευση στην Ελλάδα σχεδόν 1.500.000 Ρωμιών προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, που από το 1913 είχαν υπάρξει θύματα τουρκικών σφαγών και διώξεων.[31]

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η οριστικοποίηση της έλευσης των προσφύγων με την ελληνοτουρκική σύμβαση του 1923 για την υποχρεωτική ανταλλαγή Μουσουλμάνων και Ορθόδοξων Χριστιανών επέδρασαν καταλυτικά στην πορεία του ελληνικού κράτους. Το 1924 η βασιλεία καταργήθηκε και η Ελλάδα ανακηρύχθηκε αβασίλευτη δημοκρατία. Το εγχείρημα της αποκατάστασης των προσφύγων δοκίμασε τις δυνατότητας του ελληνικού κράτους και η αφομοίωσή τους με τους ντόπιους υπήρξε μία αργή διαδικασία, μεσοπρόθεσμα, όμως, η εγκατάστασή των προσφύγων ωφέλησε την οικονομία, καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι καλλιέργειες και τα εγγειοβελτιωτικά έργα, αναζωογονήθηκε η βιομηχανική δραστηριότητα, αύξησε τον αστικό κυρίως πληθυσμό και την εθνική ομοιογένεια. Η πολιτική ζωή εξακολουθούσε να χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς ή βασιλόφρονες και τα επόμενα χρόνια, με την εξαίρεση της τετραετίας διακυβέρνησης της χώρας από το Βενιζέλο (1928-1932), έλαβαν χώρα αρκετά στρατιωτικά πραξικοπήματα, ιδίως μετά την εκδήλωση στην Ελλάδα των συνεπειών της κρίσης του 1929.

Βρετανοί στρατιώτες στα Δεκεμβριανά του 1944. Στον τοίχο σύνθημα υπέρ του ΚΚΕ.

Το 1935 ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ επανήλθε στην Ελλάδα μετά από ένα νόθο δημοψήφισμα και τον Αύγουστο του 1936, σε συνεργασία με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, επέβαλε δικτατορία, [7] Η Ελλάδα εισήλθε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1940, απαντώντας σε επίθεση της Ιταλίας, η οποία αντιμετωπιζόταν επιτυχώς. Ωστόσο, με την επέμβαση της Γερμανίας η χώρα ηττήθηκε και ακολούθησε περίοδος στρατιωτικής κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα (1941-1944). Στην κατεχόμενη Ελλάδα έδρασαν αντιστασιακές οργανώσεις, μαζικότερη από τις οποίες ήταν το αριστερό ΕΑΜ, που οργάνωσε στρατό, τον ΕΛΑΣ, και τη «λαοκρατική» άσκηση της εξουσίας στις περιοχές της Ελλάδας που απελευθέρωσε. Η αδυναμία ειρηνικής επίλυσης του ζητήματος του αφοπλισμού των αντιστασιακών στρατών μετά την αποχώρηση των Γερμανών είχε ως αποτέλεσμα μία αντικυβερνητική εξέγερση του ΕΛΑΣ στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1944, που κατεστάλη με την επέμβαση του βρετανικού στρατού, και τη διάλυση του ΕΛΑΣ το 1945. Κατόπιν παρακρατικών διώξεων αριστερών, το 1946 ξέσπασε ανάμεσα στο ΚΚΕ και την κυβέρνηση εμφύλιος πόλεμος, που κράτησε μέχρι το 1949 και τελείωσε με την ήττα του κομμουνιστικού στρατού και τη νίκη της κυβέρνησης, που από το 1947 λάμβανε αμερικανική βοήθεια μέσω του σχεδίου Μάρσαλ.

Το 1952 η Ελλάδα έγινε μέλος του ΝΑΤΟ. Το ίδιο έτος συντάχθηκε ένα νέο σύνταγμα. Τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα γνώρισε σημαντική οικονομική ανάπτυξη, ενώ η πολιτική ζωή χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη περιορισμών της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών και των ατομικών ελευθεριών. Το ΚΚΕ είχε τεθεί εκτός νόμου από το 1947 και όσοι πολίτες κρίνονταν μειωμένης «εθνικοφροσύνης» δεν απολάμβαναν πλήρη ισοτιμία. Από το 1955 και έως το 1963 πρωθυπουργός διετέλεσε ο δεξιός πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Καραμανλής εφάρμοσε πολιτική νομισματικής σταθερότητας και οικονομικού εκσυγχρονισμού, επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος όχι με την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όπως ζητούσε η αντιβρετανική ΕΟΚΑ, αλλά με την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960 και καταστολής της αριστερής πολιτικής δράσης μετά τις εκλογές του 1958.

Μετά τα συστηματικά περιστατικά νοθείας στις εκλογές του 1961 η κεντρώα παράταξη υπό το Γεώργιο Παπανδρέου κήρυξε έναν «ανένδοτο αγώνα» για τον εκδημοκρατισμό, που στέφθηκε με επιτυχία στις εκλογές του 1963 και του 1964 και οδήγησε στο σχηματισμό κυβερνήσεων που έλαβαν μια σειρά από φιλολαϊκά μέτρα. Ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του Παπανδρέου τον Ιούλιο του 1965 λόγω διαφωνίας με το νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο ξεκίνησε μια πολιτικά ταραγμένη περίοδο, η οποία κορυφώθηκε στις 21 Απριλίου του 1967 όταν, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, μια ομάδα αξιωματικών πήρε την εξουσία με πραξικόπημα και επέβαλε στρατιωτική δικτατορία. Ο βασιλιάς εκδιώχθηκε από τη χώρα μετά από ένα αποτυχημένο αντικίνημα του και οι δικτάτορες κατήργησαν τη μοναρχία το 1973. Επί δικτατορίας η πολιτική καταπίεση εντάθηκε και τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα καταπατήθηκαν. Ωστόσο, η δικτατορία απολάμβανε τη στήριξη των ΗΠΑ και η οικονομική ανάπτυξη συνεχίστηκε μέχρι το 1972, οπότε η οικονομία παρέμεινε στάσιμη. Μία αντιδικτατορική εξέγερση το Νοέμβριο του 1973 με κέντρο το κτήριο του Πολυτεχνείου στην Αθήνα κατεστάλη με τη βία. Τον Ιούλιο του 1974 η δικτατορική κυβέρνηση ενορχήστρωσε ένα πραξικόπημα στην Κύπρο, που οδήγησε στην εισβολή του τουρκικού στρατού στο νησί, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της δικτατορίας λίγες μέρες αργότερα.

Προεκλογική συγκέντρωση του ΠαΣοΚ.
Στιγμιότυπο από την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Διαδηλώσεις για την οικονομία το 2010 (αριστερά) και το 2011 (δεξιά).

Τον Ιούλιο του 1974 ο Καραμανλής προσκλήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα από το Παρίσι, όπου ζούσε αυτοεξόριστος από το 1963, και σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πολιτικά πρόσωπα, η οποία δρομολόγησε τη μετάβαση στη δημοκρατία και νομιμοποίησε τη δράση της αριστεράς. Το Νοέμβριο έλαβαν χώρα οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές μετά το 1964, τις οποίες κέρδισε ο Καραμανλής, ενώ με δημοψήφισμα το Δεκέμβριο το πολίτευμα της Ελλάδας μετετράπη ξανά σε αβασίλευτη Δημοκρατία. Εν μέσω ενός κύματος κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού, το 1975 τέθηκε σε ισχύ νέο Σύνταγμα που συντάχθηκε από την Ε' Αναθεωρητική Βουλή και το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα και οι πραξικοπηματίες του 1967 καταδικάστηκαν για εσχάτη προδοσία και φυλακίστηκαν. Το 1980 η Ελλάδα επανεντάχθηκε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, απ' όπου είχε αποχωρήσει διαμαρτυρόμενη για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, και το 1979 υπέγραψε το πρωτόκολλο ένταξής της στην ΕΟΚ (μεταγενέστερα Ευρωπαϊκή Ένωση). Στις εκλογές του 1981 αναδείχθηκε πρωθυπουργός ο γιος του Γεωργίου Παπανδρέου, Ανδρέας, που το 1974 είχε ιδρύσει το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ), αντίπαλο δέος της συντηρητικής Νέα Δημοκρατία του Καραμανλή. Τα δύο αυτά κόμματα κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή της χώρας για τα επόμενα τριάντα χρόνια.[32] Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εισήγαγε μέτρα κοινωνικής φιλελευθεροποίησης και πολιτικού εκδημοκρατισμού, που επιστεγάστηκαν από μία συνταγματική αναθεώρηση το 1985-1986.

Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1981 ήταν αρχή μιας περιόδου βιώσιμης ανάπτυξης. Μεγάλες επενδύσεις σε βιομηχανικές επιχειρήσεις και βαρέα υποδομή, η χρηματοδότηση από την ΕΕ και τα αυξανόμενα έσοδα από τον τουρισμό, τη ναυτιλία και τον γρήγορα αυξανόμενο τομέα υπηρεσιών αύξησαν το βιοτικό επίπεδο της χώρας σε πρωτοφανή επίπεδα. Ταυτόχρονα, αυξήθηκε ο ρόλος του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ελλάδα ήγειρε το ζήτημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αντιτιθέμενη στη χρήση του όρου «Μακεδονία». Οι παραδοσιακά τεταμένες σχέσεις με την Τουρκία, με αποκορύφωμα την κρίση του 1987 και εκείνη των Ιμίων το 1996, βελτιώθηκαν όταν διαδοχικοί σεισμοί χτύπησαν τις δύο χώρες το 1999, οδηγώντας στην άρση του ελληνικού βέτο κατά της τουρκικής υποψηφιότητας για την ένταξη στην ΕΕ και στην ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ. Επίσης, το 1999 συνέβη το λεγόμενο κραχ του ΧΑΑ. Μετά την εφαρμογή μέτρων οικονομικής προσαρμογής στις απαιτήσεις της ΟΝΕ, το 2002 υιοθετήθηκε αντί της δραχμής το κοινό νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ευρώ.[33] Η ένταξη στην ΟΝΕ μείωσε το κόστος του κρατικού δανεισμού, με αποτέλεσμα την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά και του δημόσιου χρέους. Η χώρα διοργάνωσε τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα.

Το Δεκέμβριο του 2008 μετά τη δολοφονία ενός 15χρονου από έναν αστυνομικό έλαβαν χώρα μαζικές κινητοποιήσεις και ταραχές. Από τον επόμενο χρόνο, η Ελλάδα υπέφερε από μία όχι μόνον οικονομική αλλά και κοινωνική κρίση. Λόγω της υιοθέτησης του ευρώ, όταν η Ελλάδα γνώρισε οικονομική κρίση δεν μπορούσε πλέον να υποτιμήσει το νόμισμά της για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της. Η ανεργία των νέων ήταν ιδιαίτερα υψηλή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000.[34] Αδυνατώντας να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος δανειζόμενη από τις διεθνείς χρηματαγορές, η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε την άνοιξη 2010 για δανεισμό σε μία «τρόικα» θεσμών (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) που έθεσαν ως όρο την επιτήρηση από πλευράς τους της εφαρμογής δημοσιονομικής λιτότητας, προκαλώντας μαζικές διαμαρτυρίες. Εν μέσω πολιτικών ανακατατάξεων και κοινωνικής αναταραχής, ακολούθησαν άλλα δύο προγράμματα προσαρμογής, γνωστά με την ονομασία «μνημόνια», το τελευταίο από τα οποία συμφωνήθηκε το 2015 μετά το δημοψήφισμα του 2015. Το 2018 υπογράφηκε και το 2019 επικυρώθηκε η συμφωνία των Πρεσπών με την οποία επιλύθηκε η διένεξη για την ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας, όπως ονομάστηκε έκτοτε το γειτονικό της Ελλάδας κράτος. Το ίδιο έτος η Ελλάδα βγήκε μετά από οκτώ χρόνια από τα προγράμματα στήριξης. Από τον Φεβρουάριο του 2020 η χώρα έρχεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση της νεότερης ιστορίας, αυτής της πανδημίας του κορωνοϊού.

Γεωμορφολογικός χάρτης της Ελλάδας.
ΑΟΖ της Ελλάδας.

Η Ελλάδα αποτελείται από ένα μεγάλο ηπειρωτικό τμήμα, το νότιο άκρο των Βαλκανίων, το οποίο ενώνεται με την πρώην ηπειρωτική Πελοπόννησο με τον Ισθμό της Κορίνθου, αφού η Πελοπόννησος μετά την κατασκευή της διώρυγας της Κορίνθου είναι στην πραγματικότητα νησί. Η χώρα περικλείεται από το Ιόνιο, το Αιγαίο και το Λιβυκό. Το Αιγαίο βρέχει πολυάριθμα νησιά, ανάμεσά τους την Εύβοια, τη Λέσβο και τα νησιωτικά συμπλέγματα των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων καθώς και τα δυτικά παράλια της Ρόδου ενώ νότια βρίσκεται η Κρήτη, το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας και το πέμπτο μεγαλύτερο της Μεσογείου. Νότια της Κρήτης είναι η Γαύδος, το νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης. Τα κυριότερα νησιά του Ιονίου είναι η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά, η Λευκάδα και η Ζάκυνθος. Το Καστελλόριζο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες, βρίσκεται ανατολικά της Ρόδου, στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, και είναι το ανατολικότερο ελληνικό έδαφος. Η Ελλάδα έχει μήκος ακτών 13.676 χιλιόμετρα,[35] που θεωρείται εξαιρετικά μεγάλο, και οφείλεται στον πλούσιο οριζόντιο εδαφικό διαμελισμό και το έντονο ανάγλυφο της περιοχής, καθώς και στο πλήθος των αναρίθμητων νησιών, τα οποία είναι περισσότερα από 2.500 και είναι κυρίως αποτέλεσμα της σύγκρουσης της Αφρικανικής τεκτονικής πλάκας με την Ευρωπαϊκή. Έχει μήκος συνόρων που πλησιάζει τα 1.228 χιλιόμετρα.[35] Η μεγαλύτερη πεδιάδα είναι των Γιαννιτσών στην Κεντρική Μακεδονία (2.250 τ.χ.) και ακολουθεί της Λάρισας στην Θεσσαλία (1.850 τ.χ.). Γεωγραφικά η Ελλάδα διαιρείται σε 9 διαμερίσματα, τα οποία χωρίζονται σε 51 νομούς.

Βουνά της Ελλάδας

Θέα του Ολύμπου από το Λιτόχωρο.

Το έδαφος της Ελλάδας είναι κατά κύριο λόγο ορεινό ή λοφώδες. Μεγάλο μέρος του είναι ξηρό και βραχώδες, ενώ μόνο το 20,45% του εδάφους είναι καλλιεργήσιμο.[35] Τα υψηλότερα βουνά είναι:

Λίμνες της Ελλάδας

Η Ελλάδα έχει αρκετές λίμνες, οι περισσότερες των οποίων βρίσκονται στο ηπειρωτικό της τμήμα. Οι μεγαλύτερες λίμνες στην ελληνική επικράτεια είναι:

Οι λίμνες των Κρεμαστών (68.531 τ.μ.) και του Πολυφύτου (56.793 τ.μ.) είναι τεχνητές κυρίως για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ οι λίμνες του Μόρνου, του Μαραθώνα και η λίμνη Υλίκη υδροδοτούν την Αθήνα.

Ποταμοί της Ελλάδας

Η υψηλή γέφυρα Σερβίων στον Αλιάκμονα.

Πολλοί ποταμοί διαρρέουν την Ελλάδα, από τους οποίους κανένας δεν είναι πλεύσιμος. Σε μερικούς από τους μεγαλύτερους, τα δέλτα που σχηματίζουν στην εκροή τους προς την θάλασσα αποτελούν σημαντικούς υγροβιότοπους, όπως αυτοί του Αλιάκμονα και του Έβρου. Ποταμοί όπως ο Πηνειός στην Θεσσαλία, υδροδοτούν μεγάλες γεωργικές εκτάσεις με την βοήθεια καναλιών, ενώ σε άλλα έχουν δημιουργηθεί τεχνητές λίμνες για τη λειτουργία υδροηλεκτρικών εργοστασίων. Ένα αμφιλεγόμενο για οικολογικούς λόγους σχέδιο των τελευταίων δεκαετιών, είναι η εκτροπή του Αχελώου από τη νότια Πίνδο για την αντιμετώπιση του υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας.

Νησιά της Ελλάδας