Παιδί-θαύμα

Ο Μότσαρτ, που αρχισε να συνθέτει σε ηλικία 5 ετών, αναφέρεται συχνά ως «πρότυπο» του παιδιού-θαύματος.

Στη βιβλιογραφία της ψυχολογίας ο όρος παιδί-θαύμα ορίζεται ως ένα πρόσωπο ηλικίας μικρότερης των δέκα ετών, που παράγει σημαντικό έργο σε κάποιον τομέα και το έργο αυτό βρίσκεται στο επίπεδο ενός ενήλικα ειδικού σε αυτόν τον τομέα.[1][2][3] Ο ελληνικός όρος προέρχεται από τον γερμανικό Wunderkind, ενώ στην αγγλική επικρατεί ο όρος child prodigy.

Ως παραδείγματα παιδιών-θαυμάτων που εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα αναφέρονται μεταξύ άλλων και οι:

Επίσης, ο Γάλλος συνθέτης Καμίγ Σαιν-Σανς έχει αναγνωρισθεί από ιστορικούς της μουσικής ως ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά παιδιά-θαύματα, αλλά η μητέρα του ήταν πολύ προσεκτική και δεν επεζήτησε την αξιοποίηση των ικανοτήτων του γιου της, φοβούμενη ότι θα του προκαλούσε συναισθηματικές διαταραχές.[4]

Ο σκακιστής Ρεσέβσκι σε ηλικία οκτώ ετών (1920), παίζοντας ταυτοχρόνως αρκετές παρτίδες ( σιμουλτανέ) με ισάριθμους ενήλικες αντιπάλους στη Γαλλία

Η ανίχνευση με PET των εγκεφάλων αρκετών παιδιών με μαθηματικές ικανότητες φτασμένων μαθηματικών υποδεικνύει ότι σκέπτονται με τη μακροπρόθεσμη μνήμη εργασίας (LTWM).[5] Αυτή η μνήμη, ειδικευμένη σε ένα πεδίο, είναι σε θέση να συγκρατεί σχετικές πληροφορίες μερικών ωρών συνήθως. Για παράδειγμα, έμπειροι σερβιτόροι συγκρατούν από μνήμης τις παραγγελίες μέχρι και είκοσι πελατών όσο εργάζονται, αλλά αποδίδουν όσο καλά αποδίδει και ο μέσος άνθρωπος στην αναγνώριση ακολουθιών ψηφίων. Οι PET φανερώνουν επίσης ποιες περιοχές του εγκεφάλου συνδέονται με τον χειρισμό αριθμών.[5]

Σε άνθρωπο που ποτέ δεν υπερείχε στα μαθηματικά ως παιδί, αλλά αυτοδιδάχθηκε αλγόριθμους και τεχνάσματα για ταχύτερους υπολογισμούς, καθιστάμενος ικανός για εξαιρετικά πολύπλοκα μαθηματικά από μνήμης, οι μελέτες με PET συγκρινόμενες με 6 δείγματα ελέγχου απεκάλυψαν ξεχωριστές περιοχές του εγκεφάλου του που δραστηριοποιούνταν για την επίλυση των πολύπλοκων προβλημάτων. Μερικές από τις περιοχές που παρόμοια με παιδιά-θαύματα χρησιμοποιούσε και εκείνος είναι εκείνες που σχετίζονται με την οπτική και χωρική μνήμη, καθώς και τις νοητικές εικόνες. Και άλλες περιοχές του εγκεφάλου έδειξαν να ενεργοποιούνται, όπως μία που γενικώς σχετίζεται με το παιδικό «μέτρημα στα δάχτυλα» και ίσως να τη χρησιμοποιούσε για να συσχετίζει αριθμούς στον οπτικό φλοιό.[5]

Σημειώνοντας ότι η παρεγκεφαλίδα οργανώνει τις νοητικές διεργασίες έτσι ώστε να αυξάνει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά τους, ο Λάρυ Ρ. Βάντερβερτ[6] ερμήνευσε τις ικανότητες που έχουν τα παιδιά-θαύματα με όρους συνεργασίας της μνήμης εργασίας και των λειτουργιών της παρεγκεφαλίδας. Παραθέτοντας εκτεταμένα απεικονιστικά δεδομένα, ο Βάντερβερτ υποστήριξε αρχικώς αυτή την προσέγγιση σε δύο εργασίες που δημοσιεύθηκαν το 2003. Εκτός από τα απεικονιστικά δεδομένα, αυτή η θεωρία στηρίζεται και από τις βραβευμένες μελέτες της παρεγκεφαλίδας από τον Μασάο Ίτο.[7]

Αργότερα ο Βάντερβερτ[8] παρέσχε πολλά επιχειρήματα για το ότι στα παιδιά-θαύματα η μετάβαση από την οπτική-χωρική μνήμη εργασίας σε άλλες μορφές σκέψεως (γλώσσα, τέχνη, μαθηματικά) επιταχύνεται από τη μοναδική συναισθηματική προδιάθεση του παιδιού και από τις νοητικές λειτουργίες της παρεγκεφαλίδας. Σύμφωνα με τον ερευνητή, στα συναισθηματικώς καθοδηγούμενα παιδιά-θαύματα η παρεγκεφαλίδα επιταχύνει την οργάνωση της αποτελεσματικότητας της μνήμης εργασίας ως προς τον χειρισμό και την αποσύνθεση/ανασύνθεση του οπτικού-χωρικού περιεχομένου σε γλωσσική κατάκτηση, καθώς και σε μαθηματική και καλλιτεχνική πρώιμη ανάπτυξη.[9]

Ουσιαστικά, ο Βάντερβερτ έχει επιχειρηματολογήσει ότι όταν ένα παιδί αντιμετωπίζει μια δύσκολη νέα κατάσταση, η οπτική-χωρική μνήμη εργασίας, όπως και η σχετική με τον λόγο και με άλλα συμβολικά συστήματα μνήμη εργασίας, αποσυντίθεται και ανασυντίθεται («κλασματοποιείται») από την παρεγκεφαλίδα, και στη συνέχεια «ενσωματώνεται» στον εγκεφαλικό φλοιό. Κατά τη θεωρία αυτή, στα παιδιά-θαύματα η παραπάνω «ενσωμάτωση» (blending) επιταχύνεται εξαιτίας των μοναδικών συναισθηματικών ευαισθησιών τους, οι οποίες προκαλούν υψηλά επίπεδα επαναληπτικών εστιάσεων σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία που κυβερνώνται από κανόνες. Ο Βάντερβερτ έχει επίσης υποστηρίξει ότι τα παιδιά-θαύματα άρχισαν να εμφανίζονται πριν από περίπου 10 χιλιάδες χρόνια, όταν η γνώση που κυβερνιέται από κανόνες είχε συσσωρευθεί σε σημαντική ποσότητα, και αυτό ίσως πρωτοσυνέβη σε αγροτικούς οικισμούς με έντονη θρησκευτικότητα, όπως στο Γκεμπεκλί Τεπέ ή στην Κύπρο.[10]

Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι η ικανότητα των προικισμένων παιδιών τείνει να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα του ενδογενούς ταλέντου τους, και της ενεργητικής και συναισθηματικής επενδύσεως που επιχειρεί το παιδί. Ενώ άλλοι πιστεύουν ότι το περιβάλλον διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο, πολλές φορές με προφανείς τρόπους. Π.χ. ο Λάσλο Πόλγκαρ ξεκίνησε να μεγαλώσει τα παιδιά του για να γίνουν σκακιστές, και όλες οι κόρες του έγιναν σκακίστριες παγκόσμιας κλάσεως, κάτι που δίνει έμφαση στον ρόλο που μπορεί να παίξει το περιβάλλον στο να καθορίσει τις επιδιώξεις προς τις οποίες θα κατευθυνθεί η ενέργεια ενός παιδιού και στο ότι απίστευτη επιδεξιότητα μπορεί να αναπτυχθεί με την κατάλληλη εκπαίδευση.[11]

Από την άλλη, ο Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ ήταν ένα παράδειγμα φυσικού ταλέντου: «είχε ανακαλύψει μια τόσο ισχυρή τάση για τη μουσική, ώστε ο πατέρας του, που ανέκαθεν τον προόριζε για σπουδές νομικής, είχε λόγους να ανησυχεί. Του απαγόρευσε αυστηρά να αγγίζει μουσικά όργανα, αλλά ο Χαίντελ βρήκε τρόπο να κρύψει ένα μικρό κλαβίχορδο σε σοφίτα, όπου πήγαινε όταν η υπόλοιπη οικογένεια κοιμόταν».[12] Παρά την πατρική αντίθεση, ο Χαίντελ έγινε επιδέξιος μουσικός στο παίξιμο του τσέμπαλου και του εκκλησιαστικού οργάνου.[13]

Η παραγωγικότητα στα παιδιά-θαύματα δεν διατηρείται πάντοτε και στην ενήλικη ζωή. Ορισμένοι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα προικισμένα παιδιά χάνουν τα πρωτεία εξαιτίας ελλείψεως προσπάθειας. Ο Τζιμ Τέυλορ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φραντσίσκο, ανέπτυξε τη θεωρία ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός πως τα παιδιά-θαύματα γεύονται την επιτυχία σε πολύ μικρή ηλικία, με μικρή προσπάθεια, και δεν αναπτύσσουν έτσι την «ιδιοκτησία» της επιτυχίας. Για τον λόγο αυτόν, ίσως δεν αναπτύσσουν έναν σύνδεσμο μεταξύ της προσπάθειας και του αποτελέσματος. Επίσης, κάποια παιδιά ίσως να πιστεύουν ότι μπορούν να επιτύχουν χωρίς να προσπαθήσουν και στο μέλλον. Ο Άντερς Έρικσον, καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, ερευνά την προικισμένη απόδοση στον αθλητισμό, τη μουσική, τα μαθηματικά και άλλες δραστηριότητες. Τα ευρήματά του δείχνουν ότι η ιδιότητα του παιδιού-θαύμα δεν αποτελεί ισχυρό δείκτη επιτυχίας στην ώριμη ηλικία. Ο αριθμός των ωρών που αφιερώνονται στη δραστηριότητα ήταν ένας καλύτερος δείκτης.[14]

Οι ειδικές ανάγκες των προικισμένων παιδιών

Τα προικισμένα παιδιά έχουν μερικές φορές το δικό τους μοναδικό σύνολο αναγκών και μπορεί συχνά να παλεύουν στις άλλες πλευρές της ζωής τους. Επειδή συνήθως αυτά τα παιδιά θεωρούνται ως φυσικοί achievers, μπορεί να είναι ακόμη δυσκολότερο για αυτά να δεχθούν την ειδική βοήθεια που χρειάζονται σε πράγματα που δεν συνδέονται με την ακαδημαϊκή απόδοση.[16] Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχουν πέντε ειδικές ανάγκες που είναι κοινές στα παιδιά που ταυτοποιούνται ως προικισμένα:

Τα παιδιά αυτά παλεύουν συχνά με τις διαπροσωπικές σχέσεις με τα άλλα παιδιά, ιδίως στο σχολείο. Μπορεί να δυσκολεύονται να σχετιστούν με άλλους και ίσως αναγνωρίζουν ότι είναι διαφορετικοί από τα περισσότερα παιδιά, οπότε ίσως να θεωρούν ότι χρειάζεται να βρίσκονται χωριστά.

Τα προικισμένα παιδιά δυσκολεύονται συχνά να προσέχουν στην τάξη, κάτι που μπορεί να καταλήξει σε μια διάγνωση Διαταραχής ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας. Αν και είναι πιθανό ένα παιδί-θαύμα να έχει στην πραγματικότητα αυτή τη διαταραχή, χρειάζεται προσεκτική διάγνωση. Τα προικισμένα παιδιά συχνά δεν έχουν κίνητρα να ολοκληρώσουν ορισμένες εργασίες, αν αισθάνονται πως είναι βαρετά εύκολα γι' αυτά. Μη εφοδιαζόμενα με υλικό που να αιχμαλωτίζει τη φαντασία τους, μπορεί να εμφανίσουν έλλειψη συγκεντρώσεως, η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια διαταραχή ελλειμματικής προσοχής.[17]

Τα παιδιά που εξισώνουν την απόδοσή τους με την αυταξία τους, γίνονται συχνά τελειοθήρες και παλεύουν να αποδώσουν στο επίπεδο των δικών τους ιδεατών προτύπων, βάζοντας συχνά υπερβολικά «ψηλά τον πήχη» και θυμώνοντας ή αναστατωνόμενα ή βυθιζόμενα ακόμα και σε κατάθλιψη όταν αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν τις δικές τους προσδοκίες.

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ο προφορικός λόγος μπορεί να είναι δύσκολος για κάποια προικισμένα παιδιά, επειδή έχουν το πρόσθετο έργο να μεταφράζουν τις πολυσύνθετες ιδέες που έχουν στο κεφάλι τους σε γλώσσα κατανοήσιμη από άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας. Αυτή η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε μη φυσιολογικό δισταγμό κατά την ομιλία, τραύλισμα και άγχος από πλευράς του παιδιού.[18]


Copyright